Το Πρόγραμμα στοχεύει στην παρουσίαση ορισμένων χαρακτηριστικών περιπτώσεων που αποδεικνύουν ότι στη μακραίωνη ιστορία των Βαλκανίων η συνύπαρξη, η κατανόηση και η επικοινωνία των λαών, των πολιτισμών και των θρησκειών ήταν ο κανόνας παρά η εξαίρεση. Η προβολή αυτών των ενδεικτικών περιπτώσεων πιστεύουμε ότι αρκούν για να ανατρέψουν την προσέγγιση των Βαλκανίων ως πυριτιδαποθήκης της Ευρώπης και εστίας εθνικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών συγκρούσεων. Η ανατροπή αυτής της εικόνας των Βαλκανίων και η προβολή τους ως παράδειγμα διαπολιτισμικής επικοινωνίας και διαθρησκειακής συνύπαρξης είναι ιδιαίτερα αναγκαία στον ευαίσθητο χώρο της εκπαίδευσης, η οποία καλείται να καλλιεργήσει αυτά τα ιδεώδη και να αναδείξει αυτήν την εν πολλοίς άγνωστη ιστορία των Βαλκανίων, η οποία μπορεί να συμβάλει στη βέλτιστη αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας σήμερα.

Το Πρόγραμμα στοχεύει στο να καταστήσει ευρύτερα γνωστή μια ιδιαίτερη πτυχή της διπλωματικής ιστορίας της βυζαντινής αυτοκρατορίας που αφορά την αξιοποίηση της Εκκλησίας, των ανθρώπων της, καθώς και της Παράδοσής της. Από τη μελέτη της βυζαντινής διπλωματίας προκύπτει ότι δεν περιορίστηκε στα καθιερωμένα για την εποχή εκείνη μέσα αλλά ακολουθώντας μια υψηλού επιπέδου εξελιγμένη, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα, στρατηγική αξιοποίησε όλα τα πλεονεκτήματα της αυτοκρατορίας ανάμεσα στα οποία πρωτεύουσα θέση κατείχε ο πολιτισμός της και η Εκκλησία της. Η αξιοποίηση της Εκκλησίας, των ανθρώπων της αλλά και της Παράδοσής της από τη βυζαντινή διπλωματία διαπιστώνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της από τον εκχριστιανισμό της μέχρι και το τέλος της. Στο πλαίσιο του Προγράμματος θα αναδείξουμε αυτή την πτυχή της βυζαντινής διπλωματίας, και θα παρουσιάσουμε ορισμένες χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις, τους διπλωματικούς και πολιτικούς στόχους αυτής της στρατηγικής, τα οφέλη που αποκόμισε και τους στόχους της.